Ιππόδαμος  ο  Μιλήσιος

        ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  ΤΗΣ  ΤΕΧΝΗΣ  ΤΟΥ  8ου  ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ  ΠΕΙΡΑΙΑ

 

  ΚεντρικΗ σελΙδα

  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ

  ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ                  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑta

  ΒΑΣΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

   ΚΥΚΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

  ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

  ΑΙΘΟΥΣΩΝ                       

  ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

  ΠΟΛΕΙΣ

  ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ                   ΕΚΔΟΣΕΙΣ

  ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ - ΝΕΑ

                                                    

<

                                           «Η Αναγέννηση στην κοιλάδα του Πάδου και στο Βένετο. Βενετία και Ελληνισμός.

                                             Οι πόλεις, η τέχνη και η λογοτεχνία»

       

Το πρόγραμμα

και οι στόχοι του

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Ο μετασχηματισμός των πόλεων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μεσαιωνική πόλη

 

 

 

 

Η αναγεννησιακή πόλη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγκώνα

 

 

 

 

 

 

 

Ραβέννα 

 

 

 

 

 

Η σημασία

της πόλης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα μνημεία του Δυτ. Ρωμαϊκού κράτους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα μνημεία του Οστρογοτθικού κράτους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα μνημεία της εποχής του Ιουστινιανού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

Ο θρόνος του Μαξιμιανού

 

 

 

 

 

 

 

 

Το μαυσωλείο

του Θεοδώριχου

 

 

Βενετική κυριαρχία

 

 

 

 

Τάφος του Δάντη

 

 

 

 

Φερράρα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η σημασία

της πόλης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διοικητικό

κέντρο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θρησκευτικό

κέντρο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άλλα μνημεία

 

 

 

 

 

 

 

 

Το νέο τμήμα

της πόλης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λογοτεχνία

 

 

 

Όρια-τείχη

 

 

 

 

 

Μάντοβα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η διαδρομή

 και τα μνημεία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπολόνια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πάδοβα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολιτικό

κέντρο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πανεπιστήμιο

 

 

 

Τζιόττο –

Καπέλα Σκροβένι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Α. Μαντένια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ντονατέλλο

 

 

 

 

  

 

 

 

 

 

Βερόνα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τείχη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Άλλα μνημεία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιτσέντσα

Αντρέα Παλλάντιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπαζίλικα

Παλλαντιάνα

 

 

 

 

 

 

Λότζια

του Καπιτάνο

 

 

 

 

Τεάτρο

Ολύμπικο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Λογοτεχνία

 

 

 

Βίλα Ροτόντα

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Βενετία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Περιήγηση:

1 η μέρα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κτίρια στο

Μ. Κανάλι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Πλατεία του

Αγίου Μάρκου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Σάντα Μαρία Γλοριόζα των Φράρι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Ναύσταθμος-Λιοντάρι Πειραιά-«Παίνεμα της Βενετίας»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Περιήγηση:

2η μέρα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τορτσέλλο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Η διαδρομή της  επιστροφής στη Βενετία

 

 

 

Η Πινακοθήκη

της Ακαδημίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων

 

 

  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επίλογος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Η Αναγέννηση στην κοιλάδα του Πάδου και στο Βένετο. Βενετία και Ελληνισμός. Οι πόλεις, η τέχνη και η λογοτεχνία»,  αποτελεί τμήμα ενός κύκλου προγραμμάτων που έχουν ως κέντρο του ενδιαφέροντός τους τα αστικά σύνολα,  τις πόλεις , στη διαχρονική τους εξέλιξη. Συγκεκριμένα  στο παραπάνω πρόγραμμα προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε το χαρακτήρα και τη μορφή της αναγεννησιακής πόλης στην κοιλάδα του Πάδου και στο Βένετο, όπως αυτή διαμορφώθηκε  από τα ιδανικά της νέας εποχής  και την επίδραση των πόλεων της Τοσκάνης. Παράλληλα μας ενδιέφερε να εντοπίσουμε την επίδραση στην ανωτέρω διαδικασία της Ελληνικής Αρχαιότητας αλλά και του Βυζαντινού Ελληνισμού ειδικότερα στην περίπτωση της Βενετίας. Η εικόνα  του κόσμου της αναγεννησιακής πόλης ολοκληρώνεται με την τέχνη (ζωγραφική και γλυπτική) και τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας που απηχούν τις ιδέες και τη σκέψη της εποχής.

Καθοριστικό στοιχείο στη διαμόρφωση των πόλεων της Αναγέννησης ήταν οι αλλαγές που έγιναν σε σχέση με τις πόλεις του Μεσαίωνα. Οι αλλαγές αυτές  αφορούσαν: α. συνολικές πολεοδομικές παρεμβάσεις στα όρια των πόλεων (επεκτάσεις, νέα τείχη), στα δίκτυα (νέοι ευθύγραμμοι οδικοί άξονες) και στα κέντρα (δημιουργία νέων ανοικτών δημόσιων χώρων, πλατείες και κτίρια) και β. επιμέρους αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις με την οικοδόμηση ή αναμόρφωση μνημειακών κτιρίων ή συγκροτημάτων (θρησκευτικά ή κοσμικά) που θα άλλαζαν τη μορφή της πόλης και θα δημιουργούσαν νέα σημεία αναφοράς στον αστικό προσανατολισμό.  

Διαφωτιστική για τις παραπάνω αλλαγές από τη μεσαιωνική προς την αναγεννησιακή πόλη είναι η σύγκριση μεταξύ της τοιχογραφίας του Αμπρόζιο  Λορεντσέτι «La vita in citta»  (Σιένα 1338) και του πίνακα της σχολής του Πιέρο ντελλα Φραντσέσκα «Citta ideale» (Ουρμπίνο 1480) .

Στην πρώτη περίπτωση τα χαρακτηριστικά της μεσαιωνικής πόλης είναι η πυκνή δόμηση, οι στενοί και δαιδαλώδεις δρόμοι μιας πόλης που αναπτύσσεται χωρίς σχέδιο μέσα σε ψηλά τείχη που δεν έχουν περίμετρο κανονικού σχήματος. Η αρχιτεκτονική της είναι γοτθική και οι συνθήκες υγιεινής εμφανώς κακές. Κυριαρχεί η καμπύλη γραμμή.

Στη δεύτερη περίπτωση της αναγεννησιακής πόλης κυριαρχούν ο  γεωμετρικός σχεδιασμός, η κανονικότητα, η συμμετρία και οι ευθείς δρόμοι που δημιουργούν προοπτικούς άξονες, οι αρχιτεκτονικές μορφές από την Αρχαιότητα, η ηρεμία και η ασφάλεια. Τέλος το δημόσιο κτίριο έχει κεντρική θέση στο χώρο και η φροντίδα για την υγιεινή (πλακόστρωση , δεξαμενές νερού) είναι προφανής. Κυριαρχεί η ευθεία γραμμή.

Όλα τα παραπάνω τα επεξεργαστήκαμε σε μαθήματα και εργασίες για πέντε μήνες και συγκεντρώσαμε το υλικό σε δύο φυλλάδια, ένα για τις πόλεις και την τέχνη και ένα ανθολόγιο για τη λογοτεχνία τα οποία έγιναν σημείο αναφοράς και οδηγός για το ταξίδι μας.

Τις  πόλεις που επισκεφτήκαμε τις διακρίναμε σε δύο ομάδες, στις πόλεις της κοιλάδας του Πάδου (Φερράρα, Μάντοβα, Μπολόνια) με κοινό χαρακτηριστικό τους τις επιδράσεις που δέχτηκαν από τη Φλωρεντία, την οποία προσπάθησαν να μιμηθούν και να ανταγωνιστούν, και στις πόλεις του Βένετο (Βερόνα, Βιτσέντσα, Πάδοβα) που δέχτηκαν επιδράσεις από τη μεγάλη πόλη της Βενετίας.

Το πολύωρο ταξίδι με το πλοίο από την Πάτρα στην Αγκώνα αξιοποιήθηκε δημιουργικά. Το λιμάνι στο οποίο αποβιβαστήκαμε στην Ιταλία, η Αγκώνα, είναι ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Αδριατικής με εντυπωσιακό μέτωπο προς τη θάλασσα και ορόσημό της είναι ο καθεδρικός ναός πάνω στο λόφο, ο αφιερωμένος στον προστάτη της πόλης Άγιο Κυριακό. Στο πέρασμά μας από την πόλη αναφερθήκαμε στον πρώτο «αρχαιολόγο» στα χρόνια της Αναγέννησης τον Κυριακό εξ Αγκώνος που μελέτησε συστηματικά μνημεία της Αρχαιότητας στην Ιταλία και την Ελλάδα και συνέβαλε στη γνώση του Αρχαίου Κόσμου.

Αφήνοντας την Αγκώνα κινηθήκαμε βόρεια προς την κοιλάδα του Πάδου και μετά από μία διαδρομή 100 περίπου χιλιομέτρων φτάσαμε στην πρώτη πόλη του προγράμματός μας, τη Ραβέννα. Αν και η πόλη αυτή γεωγραφικά ανήκει στην κοιλάδα του Πάδου, καθώς  βρίσκεται στο νοτιοανατολικό της άκρο, προφανώς δε συμπεριλαμβάνεται στις αναγεννησιακές πόλεις της περιοχής, αφού η ακμή της τοποθετείται κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή.  

Η θέση που κατέχει η Ραβέννα στο πρόγραμμά μας είναι ένας πρόλογος για τη Βενετία και ανιχνεύει τις βυζαντινές καταβολές της. Όμως η Ραβέννα ανεξάρτητα από τη σχέση της με τη Βενετία είναι το πιο λαμπρό κέντρο του βυζαντινού πολιτισμού στην Ιταλία, αφού ήταν πρωτεύουσα διαδοχικά του Δυτικού Ρωμαικού Κράτους, του κράτους των Οστρογότθων και των βυζαντινών κτήσεων στην περιοχή από τον 5ο έως τον 8ο αι.

Η σημασία της πόλης και των μνημείων της    είναι μεγάλη,   γιατί:τα ψηφιδωτά που σώζονται 1. είναι  τα μεγαλύτερα  εικονογραφικά σύνολα προεικονομαχικής περιόδου , 2. είναι δημιουργήματα κεντρικών – αυτοκρατορικών καλλιτεχνικών εργαστηρίων υψηλής ποιότητας και 3. μπορούμε σ΄ αυτά να παρακολουθήσουμε το μετασχηματισμό της τέχνης της ύστερης αρχαιότητας στη μεσαιωνική – βυζαντινή.

 

Τα δύο πρώτα μνημεία ανήκουν στα μέσα του 5ου αι. και συνδέονται με τη βασιλεία της Γάλλας Πλακιδίας. Το πρώτο είναι το λεγόμενο μαυσωλείο της Γάλας Πλακιδίας, μικρός ναός, ταφικό παρεκκλήσιο,  στο οποίο όμως δεν ετάφη τελικά η βασίλισσα. Είναι σχήματος ελεύθερου σταυρού, χτισμένος με τους  χαρακτηριστικούς κόκκινους πλίνθους, όπως όλα τα μνημεία της Ραβέννας, και με λαμπρό εσωτερικό ψηφιδωτό διάκοσμο. Είναι ένα εντυπωσιακό σύνολο από εικονιστικές παραστάσεις, φυτικά και γεωμετρικά μοτίβα. Πάνω από την είσοδο η παράσταση του Χριστού καλού ποιμένα με το σταυρό του θριάμβου στα χέρια διατηρεί ακόμα τη δροσιά  της αρχαιότητας. Στην απέναντι κόγχη η παράσταση του Αγίου Λαυρεντίου με το σύμβολο του μαρτυρίου του.

Στο κεντρικό υπερυψωμένο τμήμα του ναού απεικονίζονται οι απόστολοι. Το σημαντικότερο όμως χαρακτηριστικό του ναού, που τον καθιστά ορόσημο του τέλους της Αρχαιότητας  είναι το νατουραλιστικό μπλε χρώμα που κυριαρχεί στην οροφή του, το οποίο βαθμιαία θα αντικατασταθεί από το υπερβατικό χρυσό στα άλλα μνημεία της Ραβέννας. Το χρυσό φόντο που θα παγιωθεί στα μεταγενέστερα μνημεία της πόλης θα κυριαρχήσει για όλο το Μεσαίωνα μέχρι να εμφανιστεί και πάλι το μπλε στην καπέλλα Σκροβένι του Τζιόττο στην αρχή της Αναγέννησης.

Το δεύτερο μνημείο της εποχής της Γάλλας Πλακιδίας είναι το βαπτιστήριο των Ορθοδόξων ή του Νέωνος . Πρόκειται για ένα εξαγωνικό περίκεντρο κτίριο με μνημειακή λίθινη κολυμβήθρα και ψηφιδωτές παραστάσεις στην οροφή του σε τρεις ομόκεντρους κύκλους. Στην κεντρική παράσταση η βάπτιση του Χριστού πολύ κοντά ακόμα σε αρχαία εικονογραφικά πρότυπα. Στο δεύτερο κύκλο οι δώδεκα απόστολοι και στον τρίτο αρχιτεκτονικά μοτίβα που τονίζουν ακόμα το τρισδιάστατο χώρο.

Στα χρόνια της κυριαρχίας των Οστρογότθων και μάλιστα του βασιλιά Θεοδώριχου, γύρω στο 500 μ. Χ. κτίζεται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης, ο ναός που αρχικά ήταν αφιερωμένος στον Σωτήρα, στη συνέχεια στον Άγιο Μαρτίνο για να καταλήξει τελικά να είναι γνωστός σήμερα ως Άγιος Απολλινάριος ο νέος. Ο ναός αυτός, που είναι αφιερωμένος στον πρώτο επίσκοπο της πόλης, είναι μία τρίκλιτη βασιλική με ψηφιδωτό διάκοσμο που αναπτύσσεται σε τρεις επάλληλες ζώνες  πάνω από τις κιονοστοιχίες στο κεντρικό κλίτος. Η κάτω ζώνη που είναι η μεγαλύτερη στη νότια πλευρά παρουσιάζει μία πομπή μαρτύρων που ξεκινάει από το παλάτι και κατευθύνεται προς τον ένθρονο Χριστό. Στη βόρεια πλευρά μία αντίστοιχη πομπή μαρτυρισσών με επικεφαλής τους τρεις μάγους ξεκινώντας από το λιμάνι της πόλης, την Κλάση, κατευθύνεται προς την Βρεφοκρατούσα Παναγία. Οι δύο αυτές εντυπωσιακές παρατακτικές πομπές που θυμίζουν αρχαίες ζωφόρους φιλοτεχνήθηκαν στα χρόνια του Ιουστινιανού (γύρω στο 550) και αντικατέστησαν δύο πομπές που υπήρχαν στην ίδια θέση στα χρόνια του Θεοδώριχου (γύρω στο 500). Στη θέση της πομπής των μαρτύρων υπήρχε η πομπή του Θεοδώριχου και της ακολουθίας του και στη θέση της πομπής των μαρτυρισσών η πομπή της συζύγου του Θεοδώριχου και της ακολουθίας της. Πάνω από τις ζώνες των μαρτύρων και των μαρτυρισσών υπάρχει μία ζώνη με προφήτες και πατέρες της Εκκλησίας και πάνω από αυτή μία ζώνη με τον πρώτο ολοκληρωμένο κύκλο της ζωής του Χριστού.

Το σημαντικότερο μνημείο της εποχής του Ιουστινιανού στα μέσα περίπου του 6ου αι. είναι ο οκταγωνικός ναός του Αγίου Βιταλίου. Είναι ναός μεγάλων διαστάσεων κτισμένος πιθανότατα από αρχιτέκτονες και τεχνίτες της Κωνσταντινούπολης  με πιο μικρούς πλίνθους απ΄ ό,τι τα υπόλοιπα μνημεία της πόλης. Η εντυπωσιακή αρχιτεκτονική του συμπληρώνεται από ένα εξίσου λαμπρό εσωτερικό ψηφιδωτό διάκοσμο. Το ενδιαφέρον των ψηφιδωτών του ναού εντοπίζεται στην αψίδα του ιερού. Στο κέντρο της αψίδας  ο Χριστός, αγένειος σε χρυσό φόντο, περιβάλλεται από αρχαγγέλους και από τον Άγιο Βιτάλιο στον οποίο προσφέρει το στεφάνι του μαρτυρίου και τον επίσκοπο Εκκλήσιο ο οποίος προσφέρει στο Χριστό το ομοίωμα του ναού.

Το θέμα που κυριαρχεί στο χώρο του ιερού είναι το η θυσία που σχετίζεται άμεσα με το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Το θέμα αυτό απεικονίζεται με προεικονισμούς από την Παλαιά Διαθήκη, όπως η Θυσία του Άβελ και του Αβραάμ και με τη συμβολική παράσταση του Μυστικού Αμνού από την Καινή Διαθήκη. Οι πιο εντυπωσιακές όμως παραστάσεις εντός του ιερού σχετικές και αυτές με το θέμα της θείας ευχαριστίας είναι οι δύο περίφημοι ψηφιδωτοί πίνακες που παρουσιάζουν ο μεν πρώτος τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό που δηλώνεται με φωτοστέφανο και προσκομίζει τον άρτο έχοντας την ακολουθία του στα αριστερά του.  Στα δεξιά του  έχει τον επίσκοπο Μαξιμιανό, επιβλητική μορφή με χαρακτηριστικά πορτρέτου. Ο Μαξιμιανός κρατώντας διάλιθο σταυρό δηλώνεται με τη μοναδική επιγραφή που υπάρχει στον πίνακα και πλαισιώνεται από τη δική του ακολουθία. Ο πίνακας αυτός έχει μεγάλη ιδεολογική, δογματική και πολιτική σημασία, αφού παρουσιάζει την αντίληψη για την αυτοκρατορική εξουσία, προβάλλει το μυστήριο της θείας ευχαριστίας στο περιβάλλον των αιρετικών αρειανών Οστρογότθων και δηλώνει την αυτοκρατορική παρουσία και  το ενδιαφέρον για την πόλη. Η παραπάνω σύνθεση αποτελεί ίσως την εμβληματικότερη εικόνα του Βυζαντίου. Ο δεύτερος ψηφιδωτός πίνακας, απέναντι ακριβώς από τον πρώτο, παρουσιάζει αντίστοιχα την αυτοκράτειρα Θεοδώρα που προσκομίζει το δεύτερο από τα τίμια δώρα, τον οίνο, πλαισιωμένη από την ακολουθία της.  Η Θεοδώρα απεικονίζεται και αυτή με φωτοστέφανο με όλη την μεγαλοπρέπεια της βυζαντινής αυλής μέσα σε χρώματα χρυσά και πορφυρά.

Η βυζαντινή Ραβέννα ολοκληρώθηκε με την επίσκεψη στο μουσείο της αρχιεπισκοπής, για να δούμε το κεντρικό έκθεμα του μουσείου, τον περίφημο θρόνο του επισκόπου Μαξιμιανού, κατασκευασμένο πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη και δώρο του βασιλικού ζεύγους στον ισχυρότατο επίσκοπο.  Ο ξύλινος  θρόνος φέρει στο μέτωπο που βρίσκεται κάτω από το κάθισμα το μονόγραμμα του Μαξιμιανού και σε μία ζώνη ακριβώς από κάτω πέντε ελεφάντινα πλακίδια με ανάγλυφες παραστάσεις. Κεντρική μορφή σε αυτά είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος που πλαισιώνεται από τους τέσσερις ευαγγελιστές. Τα πρόσωπα των τεσσάρων μορφών εγγράφονται μέσα στο μοτίβο του κοχυλιού ως φωτοστέφανο και οι μορφές αποδίδονται σχεδόν ολόγλυφες.

Τα μεσαιωνικά μνημεία της πόλης συμπληρώνονται με το μαυσωλείο του Θεοδώριχου, σπουδαίου βασιλιά των Οστρογότθων. Το μνημείο είναι περίκεντρο με ένα τεράστιο μονόλιθο να σχηματίζει τη θολωτή του στέγη. Είναι μια βαριά κατασκευή, η μοναδική λίθινη της μεσαιωνικής πόλης.

Η βενετσιάνικη κατοχή στην πόλη από τα μέσα του 15ου αι. άφησε τα ίχνη της  με την πιάτσα ντελ πόπολο, πρώην σινιορία με τους δύο χαρακτηριστικούς κίονες που έφεραν στο παρελθόν  τα σύμβολα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Άλλο ένα κατάλοιπο της βενετικής κατοχής είναι το εντυπωσιακό φρούριο της ρόκα Μπρανκαλεόνε  στη βόρεια άκρη της πόλης, δείγμα οχυρωματικής στην  αρχή της Αναγέννησης.

Η περιήγηση  στη Ραβέννα έκλεισε με την επίσκεψη στον τάφο του Ντάντε Αλιγκιέρι, όπου διαβάσαμε αποσπάσματα από το έργο του ¨Θεία Κωμωδία» ανοίγοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο την επόμενη ενότητα του προγράμματός μας που είναι η Αναγέννηση.

 

Εξήντα χιλιόμετρα ΒΔ της Ραβέννας βρίσκεται η Φερράρα, η πρώτη αναγεννησιακή πόλη στην κοιλάδα του Πάδου,  μια πραγματική πρωτεύουσα της Αναγέννησης. Η Φερράρα που κυβερνήθηκε  για τρεις περίπου αιώνες από την πριγκιπική οικογένεια των Έστε, με περίοδο μεγάλης ακμής το Κουατροτσέντο, δηλαδή τον 15ο αι., είναι μια πόλη που προσπάθησε να μιμηθεί τη Φλωρεντία και να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντί της πολιτικά και  καλλιτεχνικά διεκδικώντας μάλιστα τη διεξαγωγή της Οικουμενικής Συνόδου του 1438-9 της γνωστής ως   Φερράρας –Φλωρεντίας. Είναι η πόλη στην οποία δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία των Έστε  μια σπουδαία καλλιτεχνική αυλή από την οποία πέρασαν καλλιτέχνες και λογοτέχνες όπως ο Αλμπέρτι, ο Μαντένια, ο Κόζιμο Τούρα, ο Τιτσιάνο, ο Αριόστο, ο Τ.Τάσσο και ιδρύθηκε πανεπιστήμιο από το 1391.

Γύρω στα 1500 επιχειρήθηκε μία ευρύτατη πολεοδομική παρέμβαση στην πόλη για να επεκταθεί και για να αποκτήσει μορφή σύμφωνα με τα ιδεώδη της Αναγέννησης. Πρωταγωνιστές αυτής της παρέμβασης ήταν ο ηγεμόνας Έρκολε Έστε και ο πολεοδόμος- αρχιτέκτονας Μπάτζιο Ροσσέτι.

Για όλα αυτά η Φερράρα ήταν στο πρόγραμμά μας η πόλη πρότυπο-μοντέλο στην οποία αναγνωρίσαμε το σύνολο των χαρακτηριστικών μιας αναγεννησιακής πόλης. Η Φερράρα μας απασχόλησε περισσότερο σαν πόλη, ως αστικό σύνολο της Αναγέννησης, και προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε και να κατανοήσουμε τα βασικά της στοιχεία (τα κέντρα της, το οδικό της δίκτυο, τα όριά της που συμπίπτουν με τα νέα τείχη της).

Η πόλη με την επέκταση του 1500 χωρίζεται σαφώς σε δύο τομείς, στον παλιότερο μεσαιωνικό, όπου βρίσκεται το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο,  και στη νεότερη επέκταση. Οι δύο τομείς  χωρίζονται μεταξύ τους από τη μεγάλη ευθύγραμμη αναγεννησιακή οδό  Τζιοβέκα, που διασχίζει την πόλη με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση.

Ξεκινήσαμε την περιήγησή μας με δυσμενείς καιρικές συνθήκες από το διοικητικό της κέντρο, που βρίσκεται στο μεσαιωνκό τμήμα της πόλης. Το πρώτο διοικητικό κτίριο που επισκεφτήκαμε ήταν το καστέλλο των Έστε χτισμένο γύρω στο 1390. Είναι μια εντυπωσιακή τετράπλευρη πολυώροφη κατασκευή με τέσσερις γιγάντιους πύργους στις γωνίες αλλά και αμυντικούς πυργίσκους σε καθεμιά από τις πύλες του καθώς και μια βαθιά τάφρο με νερό ενδεικτικά της ανασφάλειας της ηγεμονικής οικογένειας. Εσωτερικά στο κάστρο ανοίγεται μια μεγάλη τετράγωνη αυλή με πολύ πιο εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά σε σχέση με τη βαριά αμυντική εξωτερική κατασκευή.  

Λίγες δεκάδες μέτρα νοτιότερα από το κάστρο βρίσκεται το δημαρχείο της πόλης που συνδέεται με το κάστρο με έναν ευρύτατο διάδρομο. Το δημαρχείο είναι ένα κτίριο γοτθικό του 14ου αι. Με αμυντικά χαρακτηριστικά και τεράστια εσωτερική αυλή, σχεδόν πλατεία,  και ένα ψηλό αμυντικό πύργο στη ΝΑ  γωνία του.

Απέναντι από το δημαρχείο στην ίδια πλατεία ( πιάτσα Ντουόμο) βρίσκεται ο καθεδρικός ναός της πόλης, ο Άγιος Γεώργιος. Ο ναός άρχισε να κτίζεται τον 11ο  αι. για να ολοκληρωθεί μόλις το 15ο .  Για το λόγο αυτό η κάτω ζώνη του ναού μέχρι το ύψος του πυλώνα παρουσιάζει χαρακτηριστικά ρομανικού ρυθμού ενώ το ανώτερο τμήμα του ναού είναι γοτθικού ρυθμού. Πάνω από την πύλη σε χαμηλό ρομανικό ανάγλυφο ο Άγιος Γεώργιος. Στην πάνω ζώνη του ναού υπάρχει εντυπωσιακό γοτθικό σύνολο γλυπτών  με την παράσταση της Τελικής Κρίσης.

Η ιστορικότητα του ναού είναι μεγάλη, αφού σε αυτόν διεξήχθη το πρώτο μέρος της Συνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας το 1438. Αν και τα θεολογικά ή πολιτικά αποτελέσματα της Συνόδου υπήρξαν πενιχρά, αντιθέτως τεράστιας σημασίας ήταν τα πολιτιστικά και πνευματικά που προέκυψαν από τη συνάντηση της ελληνικής Ανατολής με τον κόσμο της πρώιμης αναγέννησης.

Το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της πόλης που βρίσκεται στην πλατεία του δημαρχείου και του ναού ολοκληρώνεται από μία άλλη αναγεννησιακή πλατεία συνέχεια της πρώτης που βρίσκεται στην νότια πλευρά του ναού, την πιάτσα Τρέντο ε Τριέστε. Ορόσημο σε αυτήν την πλατεία είναι το καμπαναριό του 15ου αι. με τοσκανικά χαρακτηριστικά που αποδίδεται στον Λ. Μπ. Αλμπέρτι.

Στο δημόσιο χώρο που εγγράφεται η ιστορία έχουν στηθεί δύο αγάλματα μπροστά από την είσοδο του δημαρχείου που παρουσιάζουν δύο πρίγκιπες των Έστε (Μπόρσο και Αλφόνσο Α΄) και το άγαλμα του Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, δομινικανού μοναχού από τη Φερράρα που κυβέρνησε τη Φλωρεντία για τέσσερα χρόνια (1494-1498) επιβάλλοντας μια μορφή θεοκρατικής δημοκρατίας πριν καεί στην πυρά. Σε μια μαρμάρινη πλάκα στην πιάτσα Τρέντο ε Τριέστε αποτυπώνεται η τραγωδία της ιταλικής μεραρχίας Άκουι που εξοντώθηκε από τους ναζί στην Κεφαλονιά το 1944. Τέλος για τη μέτρηση της στάθμης των υδάτων κατά τις πλημμύρες του Πάδου στο κέντρο της πόλης υπάρχει το Παντίμετρο.

Στη συνέχεια διασχίζοντας τη μεγάλη οδό της Αναγέννησης Τζιοβέκα περάσαμε στο νέο τμήμα της πόλης, την επέκταση του Μπάτζιο Ροσσέτι που χαρακτηρίζεται από κανονική ρυμοτομία με δρόμους μεγάλους και ευθείς κάθετα τεμνόμενους. Βαδίσαμε κάτω από βροχή στον κυριότερο δρόμο που ξεκινάει από το κάστρο των Έστε με κατεύθυνση προς το Βορρά και φέρει το όνομα του ηγεμόνα αναμορφωτή της πόλης Έρκολε Έστε. Ο δρόμος μας οδήγησε, αφού περάσαμε από την πιάτσα Τουρκουάτο  Τάσσο σε ένα θερινό ανάκτορο των Έστε (αρχές 16 ου αι.), το παλλάτσο Ντιαμάντι, έργο και αυτό του Μπάτζιο Ροσσέτι. Το όνομα του κτιρίου οφείλεται στο ότι η εξωτερική επιφάνεια του κτιρίου έχει κατασκευαστεί από λίθους με πρισματική μορφή που μοιάζουν με διαμάντια. Το παλλάτσο στεγάζει σήμερα την πινακοθήκη της πόλης.

Στη στοά της  εσωτερικής αυλής του κτιρίου ξεκουραστήκαμε και ολοκληρώσαμε την επίσκεψη στην πόλη διαβάζοντας αποσπάσματα από το έργο «Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ» του Τουρκουάτο Τάσσο, ενός από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες της Αναγέννησης που έζησε και δημιούργησε στη Φερράρα.

Συμπληρώσαμε την εικόνα της πόλης ως προς τα αναγεννησιακά όριά της και την αμυντική της οργάνωση διατρέχοντας την περίμετρο των νέων τειχών της (9 χιλιόμετρα περίπου),  έργο και αυτό  του Μπάτζιο Ροσσέτι (βόρειο τμήμα)  τα οποία είναι κατασκευασμένα με το πρώιμο προμαχωνικό σύστημα που είναι το πρώτο για την αντιμετώπιση πυροβόλων όπλων.

 

Φεύγοντας από τη Φερράρα κινηθήκαμε ΒΔ στην κοιλάδα του Πάδου σχεδόν παράλληλα με το ποτάμι και φτάσαμε μετά από μία διαδρομή 70 περίπου χιλιομέτρων στη Μάντοβα. Η Μάντοβα είναι μια πόλη με πολλές ομοιότητες με τη Φερράρα, αφού κυβερνήθηκε και αυτή από μια πριγκιπική οικογένεια, τους Γκοντσάγκα, από τις αρχές του 14ου μέχρι και τις αρχές του 18ου αι., με μεγάλη περίοδο ακμής από τα μέσα του 15ου μέχρι τα μέσα του 16ου αι. Αναπτύχθηκε λοιπόν μεταξύ των δύο πόλεων και των ηγεμονικών οικογενειών ένας ανταγωνισμός που εκδηλώθηκε περισσότερο στη δημιουργία καλλιτεχνικής αυλής και στη Μάντοβα με τη συμμετοχή  σπουδαίων καλλιτεχνών,  όπως ο Λ. Μπ. Αλμπέρτι, ο Αντρέα Μαντένια και ο Τζούλιο Ρομάνο που με τα έργα τους προσπάθησαν να δώσουν ένα αναγεννησιακό χαρακτήρα στην πόλη. Η βασική όμως διαφορά μεταξύ των δύο πόλεων είναι ότι στη Μάντοβα δεν υπήρξε ένα συνολικό σχέδιο πολεοδομικών αλλαγών, όπως στη Φερράρα, αλλά επιμέρους αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις με οικοδόμηση θρησκευτικών και κοσμικών κτιρίων.

Η πόλη είναι χτισμένη σε μια χερσόνησο μέσα σε μια λίμνη η οποία σχηματίζεται από τη διεύρυνση σε εκείνο το σημείο του ποταμού Μίντσιο, παραπόταμου του Πάδου. Η θέση αυτή προσφέρει φυσική οχύρωση και η μετάβαση στην πόλη από τη βόρεια πλευρά γίνεται από μια μεγάλη γέφυρα. Αφού κατανοήσαμε τη θέση της πόλης,  οργανώσαμε την πορεία μας με οδηγό τον κεντρικό οδικό άξονα που διατρέχει την πόλη από βορρά προς νότο, πάνω στον οποίο είναι μια σειρά από πλατείες που ταυτίζονται με τα κέντρα της πόλης. Στον πέρασμα του χρόνου οι πλατείες αυτές αλλάζουν χρήση ανάλογα με τις πολιτικές και άλλες εξελίξεις που συνέβαιναν στην πόλη. Πάνω σε αυτόν τον οδικό άξονα και στα μέτωπα των πλατειών είναι χτισμένα τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης.

Μετά τη γέφυρα στη βόρεια άκρη της πόλης ο επισκέπτης συναντά το κάστρο του Αγίου Γεωργίου, πανομοιότυπη κατασκευή με το κάστρο των Έστε στη Φερράρα, χτισμένο δέκα περίπου χρόνια αργότερα (1400) και σημαντικό στοιχείο στην άμυνα της πόλης.

Η πρώτη πλατεία που συναντάμε κινούμενοι στον κεντρικό άξονα της πόλης είναι η πιάτσα Σορντέλο, μία από τις σημαντικότερες της πόλης. Στρωμένη με ποταμίσιο βότσαλο περιβάλλεται από τα σημαντικότερα πολιτικά και θρησκευτικά κτίρια. Το γοτθικό Παλλάτσο Ντουκάλε, ένα τεράστιο και δαιδαλώδες συγκρότημα , που ήταν το διοικητήριο και η κατοικία των Γκοντάγκα. Στη βόρεια πλευρά της πλατείας ο γοτθικός καθεδρικός ναός με μεταγενέστερη πρόσοψη μπαρόκ. Δίπλα το σχεδόν κλασικιστικό επισκοπικό μέγαρο. Στη νότια άκρη της πλατείας το γοτθικό μέγαρο της οικογένειας Μπονακόλζι, που είχε την εξουσία στην πόλη πριν διωχθεί το 1328 από τους Γκοντσάγκα.

Η επόμενη πλατεία είναι  η πιάτσα Μπρολέτο που παίρνει το όνομά της από το ομώνυμο κτίριο του δημαρχείου του 13ου αι.  Στο μεσαιωνικό αυτό κτίριο είναι ενσωματωμένο ένα γοτθικό άγαλμα του Βιργιλίου, ο οποίος καταγόταν από τη Μάντοβα. Κάτω από το βλέμμα του μεγάλου λατίνου ποιητή διαβάσαμε αποσπάσματα από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη που αναφέρονται στη συνάντηση των δύο ποιητών στο ταξίδι προς την Κόλαση.

Βαδίζοντας πάντα στον κεντρικό δρόμο σταματήσαμε στην πιάτσα Έρμπε στην οποία το σημαντικότερο κτίριο είναι το Παλλάτσο ντελα Ρατζιόνε του 12ου αι. που φανερώνει την αρχική πολιτική λειτουργία της πόλης.

Συνεχόμενη με την προηγούμενη πλατεία είναι η μικρή πιάτσα Μαντένια στην οποία έχει την πρόσοψή του ο ναός του Αγίου Ανδρέα, ένα από τα σημαντικότερα αναγεννησιακά κτίρια της πόλης, έργο του Λ. Μπ. Αλμπέρτι. Ο αρχιτέκτονας χρησιμοποίησε με τρόπο εντυπωσιακό το ρωμαϊκό τόξο στην πρόσοψη του ναού αλλά και στο εσωτερικό του, για να πετύχει ενιαίο εσωτερικό χώρο χωρίς κιονοστοιχίες. Τη φόρμα του τόξου χρησιμοποίησε και στα παρεκκλήσια , σε ένα από τα οποία έχει ταφεί ο μεγάλος ζωγράφος Αντρέα Μαντένια.

Πλησιάζοντας στο νότιο άκρο της πόλης πάνω στο γνωστό κεντρικό δρόμο αντικριστά μεταξύ τους βρίσκονται δύο σημαντικά κτίρια: το σπίτι του Αντρέα Μαντένια (Κάζα Μαντένια) χτισμένο με σχέδιο του ίδιου, αποτελεί εντυπωσιακό δείγμα αναγεννησιακής κατοικίας και ο ναός του Αγίου Σεβαστιανού , έργο και πάλι του Αλμπέρτι. Ο ναός είναι σε σχήμα ελληνικού σταυρού με χαρακτηριστικές φόρμες από την Αρχαιότητα, ένα από τα ωραιότερα δείγματα της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής.

Στο νότιο άκρο της πόλης, λίγο πιο έξω από τα τείχη, ο αρχιτέκτονας Τζούλιο Ρομάνο προσπάθησε να προεκτείνει την πόλη ή να δημιουργήσει ένα νέο ορόσημο σε αυτήν μετατρέποντας τους βασιλικούς σταύλους  σε ένα εντυπωσιακό παλλάτσο, το Παλλάτσο Τε. Ο αρχιτέκτονας χρησιμοποίησε το προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος του συνδυάζοντας τη βαριά ρούστικο τοιχοδομία με το δωρικό ρυθμό που παραπέμπουν στην οχυρωματική αρχιτεκτονική.

 

Η ομάδα των πόλεων του Πάδου ολοκληρώνεται με την Μπολόνια, που βρίσκεται στη ΝΔ άκρη της μεγάλης πεδιάδας εκεί που αρχίζει η οροσειρά των Απεννίνων. Η Μπολόνια,  μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της περιοχής, γνώρισε δημοκρατική διακυβέρνηση για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της  και απέκτησε μεγάλη φήμη λόγω του πανεπιστημίου της που ήταν γνωστό για τις σπουδές της Νομικής και της Ιατρικής. Το πανεπιστήμιο της πόλης είναι το αρχαιότερο της Ευρώπης, ιδρύθηκε το 1202 κατά το Ώριμο Μεσαίωνα και είναι ένα από τα στοιχεία που προαναγγέλλουν και χαρακτηρίζουν την εποχή της Αναγέννησης. Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο συμπεριλάβαμε την πόλη στο πρόγραμμά μας.

Η ίδια η πόλη συγκροτεί ένα από τα πιο σημαντικά αστικά σύνολα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της είναι η πιάτσα Ματζόρε στην οποία βρίσκονται ο ημιτελής καθεδρικός ναός γοτθικού ρυθμού του 14ου αι., ο Άγιος Πετρώνιος , το δημαρχείο της πόλης , έργο του 15ου αι. που διατηρεί αρκετά γοτθικά στοιχεία και (απέναντι από τον Άγιο Πετρώνιο) το συγκρότημα του Παλλάτσο Ποντεστά και του Μεγάρου του λαού. Συνέχεια της κεντρικής πλατείας είναι η πιάτσα Νετούνο (του Ποσειδώνα) με την φοντάνα και το άγαλμα του Ποσειδώνα , από τα σημαντικότερα  του 16 ου αι.,  έργο του γλύπτη Τζιανμπολόνια.

Μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι δρόμοι της πόλης, αφού με απόφαση του δημοτικού της συμβουλίου στα ισόγεια των κτιρίων διαμορφώνονται στοές,  ώστε να επιτρέπουν στους πεζούς να κινούνται σε ένα δίκτυο στοών πολλών χιλιομέτρων προστατευμένοι από τις καιρικές συνθήκες.

Επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας όπως είπαμε και στην αρχή ήταν το φημισμένο πανεπιστήμιο του  οποίου αρκετούς χώρους επισκεφτήκαμε και παρακολουθήσαμε τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι πτυχιούχοι  γιόρταζαν με φίλους, συγγενείς αλλά και  περαστικούς την αποφοίτησή  τους.

Φεύγοντας στην κεντρική οδό της Ανεξαρτησίας είδαμε τον έφιππο ανδριάντα του μεγάλου επαναστάτη και ήρωα της ενοποίησης της Ιταλίας Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι.

 

Η σημαντικότερη πόλη στο Βένετο, εκτός της Βενετίας, είναι η Πάδοβα η οποία βρίσκεται περίπου στο κέντρο της βενετικής τέρρα φέρμα μόλις 30 χιλιόμετρα δυτικά της Βενετίας. Η θέση της πόλης είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους  που την επιλέξαμε ως τόπο διαμονής και κέντρο των εξορμήσεών μας στην περιοχή. Η Πάδοβα συγκεντρώνει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας πόλης του Βένετο τα οποία επέβαλε η μακραίωνη βενετσιάνικη διοίκηση (διπολικό σύστημα πλατειών) κυρίως όμως η πόλη είναι σημαντική,  γιατί από αυτήν εισήχθη η μεγάλη τέχνη της τοσκανικής Αναγέννησης στο Βένετο και τη Βενετία με πρωτοπόρους τον Τζιόττο, τον Ντονατέλλο και τον Μαντένια. Τέλος στο πανεπιστήμιό της,  από τα αρχαιότερα και αυτό (1222), το οποίο λειτούργησε αρχικά ως παράρτημα του πανεπιστημίου της Μπολόνια,  δίδαξαν επιστήμονες όπως ο Γαλιλαίος αλλά το κυριότερο για μας είναι ότι σε αυτό σπούδασαν οι περισσότεροι  Έλληνες λόγιοι κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Το πολιτικό και οικονομικό κέντρο της πόλης αποτελείται από δύο πλατείες. Στην  αρχαιότερη, που βρίσκεται στη θέση του παλιού ρωμαϊκού φόρουμ, είναι χτισμένο από τις αρχές του 14 ου αι. το  παλιότερο διοικητικό κτίριο της πόλης , το Παλλάτσο ντελα Ρατζιόνε, δηλαδή το μέγαρο της λογικής, το οποίο χωρίζει την πλατεία σε δύο μικρότερες (¨Ερμπε και Φρούτι). Σο κτίριο αυτό γίνονταν συναθροίσεις πολιτικού χαρακτήρα  (συνελεύσεις δημοτικού συμβουλίου), οικονομικού (συντεχνίες, χρηματιστήριο) ή συνεδρίαζε το δικαστήριο της πόλης. Αποτελείται από μία ορθογώνια αίθουσα τεραστίων διαστάσεων (80Χ30Χ30), την μεγαλύτερη του Μεσαίωνα χωρίς εσωτερική στήριξη της οροφής με κιονοστοιχίες. Η οροφή είναι ξύλινη σε μορφή ανεστραμμένης καρίνας πλοίου. Η πάνω ζώνη των τοίχων καλύπτεται από μια σειρά τοιχογραφιών του 14ου και 15ου αι. που παριστάνουν σύμβολα του ετήσιου κύκλου των μηνών, των αγροτικών εργασιών και του ζωδιακού κύκλου. Στην αίθουσα φυλάσσεται ένα τεράστιο ξύλινο ομοίωμα του αλόγου που κατασκεύασε ο Ντονατέλλο για το έφιππο άγαλμα του Γκαταμελάτα. Το κτίριο περιβάλλεται εξωτερικά από μία στοά, μεταγενέστερη προσθήκη του 15ου αι.,  που δημιουργεί στον όροφο δύο εντυπωσιακές στοές (λότζιες με σταυροθόλια) στις δύο μακριές πλευρές του κτιρίου. Η λειτουργία  του κτιρίου φανερώνει ότι η πλατεία είχε αρχικά πολιτικό χαρακτήρα,  όμως από το 15ο αι. και μετά, όταν η πόλη κατακτήθηκε από τη Βενετία, η πλατεία άλλαξε λειτουργία και έγινε εμπορική, κυρίως αγορά φρούτων και λαχανικών, χαρακτήρα που κρατάει μέχρι σήμερα. Η πολιτική λειτουργία μετά το 1404 μετατοπίστηκε λίγες δεκάδες μέτρα ανατολικότερα στην πιάτσα ντελα Σινιορία με τα σύμβολα της κυριαρχίας της Βενετίας και τα διοικητικά κτίρια, το Παλλάτσο της Γκουαρντίας και τη λότζια του Καπιτάνο.

Πολύ κοντά στις δύο πλατείες  βρίσκεται το πανεπιστήμιο της πόλης του οποίου το παλιό κεντρικό τμήμα  στεγάζεται σε ένα παλλάτσο του 16 ου αι. Οι περισσότερες σχολές του πανεπιστημίου στεγάζονται σε ιστορικά κτίρια της πόλης και η παρουσία του είναι φανερή παντού.

Σε ένα μικρό παρεκκλήσιο στην βόρεια άκρη της πόλης, το οποίο είναι χτισμένο στο εσωτερικό μιας ερειπωμένης ρωμαϊκής αρένας, συντελέστηκε το 1305 η μεγαλύτερη  αλλαγή  στην ιστορία της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, όταν ο φλωρεντινός ζωγράφος Τζιόττο  άλλαξε τον τρόπο όρασης του κόσμου και με τη χρήση κυρίως της προοπτικής πέρασε από τη μανιέρα βυζαντίνα στη μανιέρα λατίνα.

Στο ταφικό παρεκκλήσιο που ονομάζεται καπέλλα Σκροβένι, από το όνομα του ανθρώπου  που έκανε την παραγγελία για τη σωτηρία της ψυχής του τραπεζίτη πατέρα του, ο Τζιόττο αφηγείται με νωπογραφίες απλωμένες σε τρεις επάλληλες ζώνες στους τοίχους του ναού το κύκλο της ζωής της Παναγίας και του Χριστού. Οι νεωτερισμοί που εισάγει ο Τζιόττο σε σχέση με τον βυζαντινό τρόπο είναι το ρεαλιστικό μπλε βάθος  αντί του υπερβατικού χρυσού, η ένταξη των μορφών μέσα σε οικοδομήματα που δίνουν την αίσθηση τρισδιάστατου χώρου, μορφές με όγκο και προσωπικά χαρακτηριστικά, έντονη δραματικότητα και κυρίως εξαιρετική και ισορροπημένη αφήγηση  που εστιάζει στην ουσία του θέματος και στις βασικές μορφές. Στον τοίχο της εισόδου του παρεκκλησίου ο Τζιότο ζωγράφισε τη Δευτέρα Παρουσία  καθώς και την αφιέρωση της εκκλησίας από τον κτήτορα Σκροβένι στον Χριστό με χαρακτηριστικά που θυμίζουν ακόμη τα βυζαντινά. Περισσότερο από κάθε άλλο στοιχείο την αίσθηση της μεγάλης αλλαγής δίνει το διάχυτο μπλε χρώμα που κυριαρχεί στις επιμέρους σκηνές αλλά και στην οροφή του ναού και μας μεταφέρει σε ένα κόσμο ανθρώπινο και φυσιοκρατικό που το είχαμε συναντήσει για τελευταία φορά πριν τον Μεσαίωνα στο μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας στη Ραβέννα.

Λίγο νοτιότερα από την καπέλλα Σκροβένι βρίσκεται ο ρομανικός ναός των Ερημητών του 12ου αι. ο οποίος υπέστη μεγάλες καταστροφές κατά τους βομβαρδισμούς του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και έχει αναστηλωθεί με ακρίβεια σε μεγάλο βαθμό. Στο ναό αυτό 150 χρόνια μετά τον Τζιόττο ο Αντρέα Μαντένια έφερε την τέχνη του Κουατροτσέντο ασκώντας μεγάλη επίδραση στη ζωγραφική του Βένετο και της Βενετίας. Στο παρεκκλήσιο Οβετάρι ζωγράφισε δύο μεγάλες συνθέσεις, το μαρτύριο του Αγίου Χριστοφόρου και του Αγίου Ιακώβου. Ο Μαντένια επηρεασμένος από τον μεγάλο γλύπτη Ντονατέλλο, που λίγα χρόνια πριν εργάστηκε στην Πάδοβα, αποδίδει με μνημειακή προοπτική αγαλματικές σχεδόν μορφές. Όπως και ο υπόλοιπος ναός,  οι δύο αυτές συνθέσεις καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό και πρόσφατα ολοκληρώθηκε μία προσπάθεια αποκατάστασή τους.

Τα νεωτερικά στοιχεία της Αναγέννησης στη γλυπτική, χωρίς να αφήσει ανεπηρέαστες και τις άλλες τέχνες, εισήγαγε στο Βένετο ο μεγάλος γλύπτης από τη Φλωρεντία και δάσκαλος του Μαντένια, ο Ντονατέλλο. Ο Ντονατέλλο ανέλαβε μια σειρά από παραγγελίες για γλυπτά στην περιοχή με σημαντικότερα τα γλυπτά για την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου στην Πάντοβα, προστάτη της πόλης,  και κυρίως τον έφιππο ανδριάντα του κοντοτιέρου, στρατηγού μισθοφόρων,  Γκαταμελάτα. Το έργο αυτό ήταν ένα τεχνικό επίτευγμα χύτευσης  χάλκινου αγάλματος και ρεαλιστικής απόδοσης , αφού ήταν το πρώτο μετά το έφιππο άγαλμα του Μάρκου Αυρηλίου στο τέλος της ρωμαϊκής περιόδου.

 

Εξήντα περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Πάδοβας, στα όρια του Βένετο,  πολύ κοντά στη λίμνη Γκάρντα,  βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της περιοχής, η Βερόνα.  Καθοριστικό ρόλο στο φυσικό περιβάλλον της πόλης καθώς και στην ανάπτυξή  και την αμυντική της οργάνωση παίζει ο ποταμός Αδίγης , σε ένα μαίανδρο του οποίου αναπτύχθηκε το κύριο μέρος της πόλης. Η ιστορία της πόλης θα λέγαμε ότι είναι παράλληλη με την ιστορία πολλών πόλεων του Βένετο, όπως η Πάδοβα. Έχει και η Βερόνα σπουδαίο ρωμαϊκό παρελθόν,  φόρουμ και αμφιθέατρο. Στο Μεσαίωνα γνώρισε ως ανεξάρτητη πόλη κοινοτική φάση, στη συνέχεια διοίκηση από ηγεμονική οικογένεια, τους Σκαλίτζι (13ος – 14ος αι.) και τέλος από το 1404 μέχρι το 1796 την αριστοκρατική διοίκηση της Βενετίας και ανέπτυξε στο κέντρο της,  όπως και η Πάδοβα,  μία πλατεία εμπορική (Έρμπε)  και μία πολιτική (Σινιορία).

Από τα πολλά και σημαντικά στοιχεία μιας πόλης που θα μπορούσαμε να δούμε στη  Βερόνα επιλέξαμε τα τείχη της, γιατί τα τείχη σε μια αναγεννησιακή πόλη καθορίζουν τα όριά της και εγκαινιάζουν μία νέα αμυντική αρχιτεκτονική,  για  να αντιμετωπίσουν τα πυροβόλα όπλα. Τα τείχη της  Βερόνας παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, αφού μπορούμε να δούμε συγκριτικά τα μεσαιωνικά τείχη της εποχής των Σκαλίτζι (13ος αι.) και τα αναγεννησιακά του 16ου αι. και να κατανοήσουμε τις αλλαγές που συντελέστηκαν.

Τα  μεσαιωνικά τείχη της πόλης είναι ψηλά, κάθετα, μικρού πάχους και με ψηλότερους από το τείχος τετράγωνους πύργους. Αντίθετα τα αναγεννησιακά τείχη τα οποία περικλείουν τα νέα διευρυμένα όρια της πόλης είναι χαμηλά, σκαρπωτά, δηλαδή με κλίση και όχι κάθετα, μεγάλου πάχους και οι ψηλοί πύργοι έχουν μετατραπεί σε χαμηλούς καρδιόσχημους προμαχώνες με πυροβολεία ( προμαχωνικό σύστημα, φρόντε μπαστιονάτο). Τα νέα τείχη της πόλης σχεδιάστηκαν από τον μεγαλύτερο στρατιωτικό μηχανικό και αρχιτέκτονα της Βενετίας που καταγόταν από τη Βερόνα, τον Μικέλε Σαμμικέλι. Τα τείχη της Βερόνας και της Πάδοβας που σχεδίασε ο Σαμμικέλι οφείλονται σε μεγάλο αμυντικό πρόγραμμα της Βενετίας στα χρόνια του δόγη Αντρέα Γκρίτι. Ο ίδιος αρχιτέκτονας έχει σχεδιάσει για λογαριασμό της Βενετίας πλήθος αμυντικών έργων στον ελληνικό βενετοκρατούμενο  χώρο. Η πόρτα νουόβα είναι εξαιρετικό δείγμα της νέας βαριάς οχυρωματικής  αρχιτεκτονικής (ρούστικο τοιχοδομία και δωρικός ρυθμός).

Η πρώτη και μεγαλύτερη πλατεία της πόλης που θα συναντήσει ο επισκέπτης, όταν περάσει τα μεσαιωνικά τείχη κατευθυνόμενος προς το κέντρο της, είναι η πλατεία Μπρα. Στο κέντρο της μεγάλης αυτής πλατείας δεσπόζει ένα από τα καλύτερα διατηρημένα ρωμαϊκά αμφιθέατρα, το πιο εντυπωσιακό κατάλοιπο της ρωμαϊκής φάσης της πόλης. Στη δυτική πλευρά της πλατείας, όταν αυτή έγινε πολιτικό κέντρο στις αρχές του 19ου αι. , χτίστηκαν δύο μεγάλα διοικητικά κτίρια. Στο παλαιότερο από αυτά διεξήχθη το συνέδριο της Ιερής Συμμαχίας το 1822 που καταδίκασε τον Αγώνα του ΄21 ως κίνημα τρομοκρατικό και αναρχικό. Το πιο πρόσφατο μνημείο στην πλατεία είναι ο έφιππος ανδριάντας του πρώτου βασιλία της Ιταλίας του Βιττόριο Εμμανουέλε που μαζί με τον Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι οδήγησαν τη χώρα στην ενοποίηση του 1861.

 

Πολύ κοντά στην Πάδοβα 20 χιλιόμετρα βορειοδυτικά βρίσκεται η Βιτσέντσα, μια πόλη μάλλον μικρή και για μεγάλα χρονικά διαστήματα πολιτικά εξαρτημένη από άλλες ισχυρότερες της περιοχής,  πριν ενσωματωθεί και αυτή, όπως η Πάδοβα και η Βερόνα, στο κράτος της Βενετίας το 1404.

Η Βιτσέντσα ξεχωρίζει ως γενέτειρα αλλά και χώρος, όπου ανέπτυξε μεγάλο μέρος του έργου του, ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας του 16ου αι. (1508-1580), ο Αντρέα Παλλάντιο. Ο Παλλάντιο, εκπρόσωπος ενός ώριμου ισορροπημένου κλασικισμού στο τέλος της Αναγέννησης είναι από τους αρχιτέκτονες που άσκησαν τεράστια επίδραση παγκοσμίως προαναγγέλλοντας τον νεοκλασικισμός του 18ου -19ου αι. Υπήρξε μάλιστα ο επίσημος αρχιτέκτονας της Βενετίας για δέκα χρόνια (μετά το θάνατο του Σανσοβίνο, 1570 -1580) με έργα που σημάδεψαν το αστικό τοπίο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας.

Το έργο του Παλλάντιο στη Βιτσέντσα διακρίνεται σε δημόσιες παραγγελίες για τον αστικό χώρο και σε ιδιωτικές για επαύλεις στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη. Η πρώτη δημόσια παραγγελία στα μέσα του 16ου αι. από την πόλη ήταν για την αναμόρφωση του κεντρικού διοικητικού κτιρίου της, τη μπαζίλικα, ένα κτίριο πανομοιότυπο σε μορφή και λειτουργία με το Παλλάτσο ντελα Ρατζιόνε στην Πάδοβα. Ο Παλλάντιο συνδύασε το βαρύ μεσαιωνικό κτίριο με μια στοά κλασικιστική (μοτίβο σερλιάνα) και κατάφερε να το ελαφρύνει και να δώσει επιτυχημένα αναγεννησιακό χαρακτήρα στο κτίριο και την πλατεία.

Στην ίδια πλατεία της Σινιορίας (παλιό ρωμαϊκό φόρουμ) με τα σύμβολα του Αγίου Μάρκου, απέναντι από την μπαζίλικα είναι χτισμένη από τον Παλλάντιο    σε μια χρονιά ορόσημο  (1571, ναυμαχία της Ναυπάκτου)  η Λότζια του Καπιτάνο (φρούραρχου της Βενετίας) με τους χαρακτηριστικούς γιγαντιαίους κίονες του Παλλάντιο που υψώνονται σε όλη την πρόσοψη και καλύπτουν και τους δύο ορόφους.

Το τελευταίο δημόσιο έργο που σχεδίασε ο Παλλάντιο στη Βιτσέντσα το 1580, χρονιά του θανάτου του, και ολοκλήρωσε ο μαθητής του  Βιτσέντσο Σκαμότσι είναι το Τεάτρο Ολύμπικο. Η κατασκευή του θεάτρου ήταν παραγγελία της Ολυμπιακής Ακαδημίας για τις ανάγκες της παράστασης της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους τύραννος». Το θέατρο διαμορφώθηκε σε χώρο παλιότερου συγκροτήματος, στο βορειοανατολικό τμήμα της πόλης,  Ο κυρίως χώρος του θεάτρου είναι κατασκευασμένος από ξύλο και ασβεστοκονίαμα που δίνει την εντύπωση μαρμάρου. Το κτίσμα αποτελεί σταθμό στην ιστορία της αρχιτεκτονικής των θεάτρων, αφού είναι το πρώτο θέατρο της Αναγέννησης που συνδυάζει στοιχεία του αρχαίου ελληνικού (κοίλον, ορχήστρα, σκηνή) και ρωμαϊκού θεάτρου (οροφή) με την προοπτική που είναι η κατάκτηση της νέας εποχής. Εντυπωσιακή χρήση της προοπτικής εφαρμόστηκε  στην σκηνή η οποία παριστάνει τους επτά δρόμους που οδηγούν στις επτά πύλες της Θήβας για της ανάγκες  της παράστασης  του «Οιδίποδα τυράννου». Έκτοτε πολλές παραστάσεις δόθηκαν στο θέατρο αυτό μεταξύ των οποίων και από ελληνικούς θιάσους (Εθνικό Θέατρο).

Από τους υπεύθυνους του θεάτρου μας παραχωρήθηκε ευγενικά η άδεια να απαγγείλουμε από την τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη που διδαχθήκαμε στο σχολείο το Α΄ στάσιμο, ένα από τα ωραιότερα θεατρικά κείμενα που καταδικάζουν την παραφροσύνη του πολέμου.  

Στην  ύπαιθρο γύρω από τη Βιτσέντσα υπάρχει ένα μεγάλος αριθμός από ιδιωτικές επαύλεις, έργα του Παλλάντιο. Από τις βίλες αυτές, που ανήκαν σε πλούσιους κατοίκους της Βιτσέντσας αλλά και της Βενετίας,  το διασημότερο έργο του είναι η περίφημη βίλα Ροτόντα. Το κτίσμα αυτό που συνοψίζει τον ισορροπημένο κλασικισμό του αρχιτέκτονα, έχει έκδηλη καταγωγή από την Αρχαιότητα, αφού το σφαιρικό σώμα του κτιρίου θυμίζει έντονα το Πάνθεον της Ρώμης. Το κεντρικό κυκλικό τμήμα της βίλας  συνδυάζεται με τέσσερα ιωνικά προστώα που συμπίπτουν με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα . Με τη βίλα Ροτόντα προσπάθησε ο Παλλάντιο να δώσει μια αυτάρκη και ολοκληρωμένη εικόνα του κόσμου.

 

Η μεγάλη πόλη, το μεγάλο πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο στην περιοχή, που συνέθεσε τη βυζαντινή παράδοση με τον ιταλικό αναγεννησιακό πολιτισμό στο ιδιαίτερο περιβάλλον της λιμνοθάλασσας, ήταν η Βενετία η οποία δημιούργησε ένα σχεδόν μοναδικό ιστορικό και πολιτισμικό φαινόμενο.

Η λιμνοθάλασσα που βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της Αδριατικής είναι ένα οικοσύστημα που πρόσφερε καταφύγιο και προστασία για την ανάπτυξη της Βενετίας, αλλά ταυτόχρονα έθετε προβλήματα τα οποία έπρεπε να αντιμετωπιστούν για να γίνει η πόλη βιώσιμη. Εκτείνεται από νότο προς βορρά σε ένα μήκος 50 περίπου χιλιομέτρων και πλάτος που κυμαίνεται από τα οχτώ έως τα 15 χιλιόμετρα. Το βάθος της από τρία μέχρι 15 μέτρα. Έχει πάνω από εκατό νησιά με τα σημαντικότερα προς το βόρειο τμήμα της, εκ των οποίων το κυριότερο είναι η Βενετία. Προς την πλευρά της Αδριατικής η λιμνοθάλασσα κλείνει από δύο μακρόστενα αμμώδη νησιά, το Λίντο και την Παλεστρίνα, αφήνοντας μόνο στενά περάσματα. Το οικοσύστημα αυτό ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της πόλης, αφού οριοθετούσε το χώρο, δημιουργούσε δίκτυα επικοινωνίας και χωροθετούσε τα σημαντικά κέντρα της πόλης. Έπρεπε όμως να ξεπεραστούν προβλήματα όπως η σταθεροποίηση των ακτών, η θεμελίωση των κτιρίων και η επάρκεια πόσιμου ύδατος που απειλούνταν από τις πλημμύρες που κατέκλυζαν την πόλη. Για όλα αυτά εύστοχα έχει ειπωθεί ότι η Βενετία θεμελιώθηκε στο αδύνατο.

Η ιστορία και η ανάπτυξη της πόλης παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, αφού ξεκίνησε από μικρούς οικισμούς ψαράδων, που βρήκαν προστασία στη λιμνοθάλασσα, για να εξελιχθεί σε μια πανίσχυρη θαλασσοκρατορία, με κύριο μοχλό το ναυτικό εμπόριο, κατορθώνοντας να γίνει το κέντρο συναλλαγών και επικοινωνίας τεσσάρων κόσμων, του δυτικού, του βυζαντινού, του σλαβικού και του αραβικού.

Οι διάσπαρτοι οικισμοί (Τορτέλλο Μαλαμόκο) μέσα στη λιμνοθάλασσα, από τον 6ο μέχρι τον 9ο αι.,  ήταν υπό βυζαντινή διοίκηση και  μετά την πτώση της Ραβέννας απέκτησαν μεγάλη σημασία.  Προς το τέλος αυτής της περιόδου ενοποιήθηκαν σε μία πόλη- κράτος  με κέντρο το Ριάλτο. Στην επόμενη περίοδο μέχρι το 1204 η πόλη-κράτος, μετέφερε τον πολιτικό και θρησκευτικό της κέντρο στην  πλατεία του Άγίου Μάρκου και  βάδιζε προς την ανεξαρτητοποίηση και την ακμή. Για τους επόμενους τρεις αιώνες μέχρι τα μέσα του 16ου αι.(1577)  γνώρισε πρωτοφανή ακμή  κυριαρχώντας σε θάλασσα (ανατολική Μεσόγειο 1204)  και στεριά  (Τέρρα Φερμα, 1404-1453) και αναπτύσσοντας τον πολιτισμό της. Η ιδιότυπη αριστοκρατική δημοκρατία  της Βενετίας κατά την επόμενη περίοδο βρέθηκε σε θέση άμυνας και υποχώρησης  απέναντι στην οθωμανική επιθετικότητα,  για  να καταλυθεί οριστικά από το Ναπολέοντα το 1797.

Η πρώτη επίσκεψή μας στη Βενετία επικεντρώθηκε  στην πολεοδομική της οργάνωση και την αρχιτεκτονική . Προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τα βασικά κέντρα της σύνθετης και πολυκεντρικής πόλης, τα δίκτυα συγκοινωνίας και να γνωρίσουμε αντιπροσωπευτικά δείγματα από την ιστορία της αρχιτεκτονικής της. Ξεκινήσαμε από την Πάδοβα , από την ανατολική πύλη της πόλης  (των τειχών του Μ. Σαμικέλι) και σε λίγη ώρα περάσαμε τη Γέφυρα της Ελευθερίας (πόντε ντελα λιμπερτά) που από το 1931 ενώνει τη Βενετία με την τέρρα φέρμα. Στη συνέχεια επιβιβαστήκαμε στα βαπορέτα και διασχύσαμε σε όλο το μήκος του το Μεγάλο Κανάλι. Η υδάτινη αυτή λεωφόρος είναι η κεντρική οδός  συγκοινωνίας πάνω στην οποία βρίσκονται τα τρία κέντρα της πόλης : το οικονομικό στο Ριάλτο, το πολιτικό και θρησκευτικό στην Πιάτσα του Αγίου Μάρκου και το στρατιωτικό στο ναύσταθμο (Αρσενάλε).

Στις όχθες του Μεγάλου Καναλιού είναι χτισμένα τα πιο λαμπρά κτίρια της πόλης δίνοντας αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αρχιτεκτονικής από κάθε περίοδο. Το πρώτο κτίριο που εκπροσωπεί τη ρομανική αρχιτεκτονική του 13ου αι. είναι το Φόντακο ντέι Τούρκι, δηλαδή η έδρα των εμπόρων της Ανατολής και δίπλα σ΄ αυτό η πλίνθινη σιταποθήκη  του 15ου αι. με το λέοντα του Αγίου Μάρκου. . Αμέσως μετά το Κα Πέζαρο,  εξαιρετικό δείγμα μπαρόκ του 17 ου αι. και λίγο πιο κάτω το περίφημο Κα ντ΄ Όρο  , ωραιότερο δείγμα ύστερης γοτθικής αρχιτεκτονικής στις αρχές του 15ου αι. εμφανώς επηρεασμένο από το Παλλάτσο Ντουκάλε. Στην ίδια πλευρά λίγο παρακάτω το Κα ντα Μόστο, η αρχαιότερη ιδιωτική κατοικία στο Μεγάλο Κανάλι που χρονολογείται στα τέλη του 12ου και στις αρχές του 13ου αι. Πλησιάζοντας στη γέφυρα του Ριάλτο, το εμπορικό κέντρο της πόλης, στα δεξιά μας βλέπουμε  κτίρια εμπορικού χαρακτήρα όπως το κτίριο της Πεσκερίας, δηλαδή της ψαραγοράς, (14ος και 20ος αι. ) και  το τεράστιο κτίριο (Τριμπουνάλε) Φαμπρικε Νουόβε (Σανσοβίνο) χτισμένο γύρω στο 1550,  την έδρα των οικονομικών αρχών και δικαστηρίων της πόλης. Σχεδόν απέναντι, δίπλα στη γέφυρα, το Φόντακο ντέι Τεντέσι, η έδρα δηλαδή των Γερμανοεβραίων εμπόρων χτισμένο γύρω στο 1500 (και διακοσμημένο με συνθέσεις του Τζιορτζόνε και του Τιτσιάνο). Στη μέση της διαδρομής του Μεγάλου Καναλιού, στο πιο στενό σημείο του,  βρίσκεται η γέφυρα του Ριάλτο, η οποία στη λίθινη μορφή της χτίστηκε από τον Αντόνιο Νταπόντε στα τέλη του 16ου αι. και αποτελεί το σημαντικότερο τοπόσημο του Μεγάλου Καναλιού. Περνώντας τη γέφυρα,  στα αριστερά μας,  βλέπουμε το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα πρώιμης αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής, αρχές 15 ου αι. , έργο του Μάουρο Κοντούτσι το Κα Κορνέρ ε Σπινέλι. Από την απέναντι πλευρά εξαιρετικό δείγμα μπαρόκ αρχιτεκτονικής του 17ου – 18ου αι., έργο του Μπαλτασάρε Λονγκένα, το Κα Ρετσόνικο. Συνεχίζοντας η επόμενη γέφυρα είναι η ξύλινη γέφυρα της Ακαντέμια, δηλαδή της Πινακοθήκης , από την οποία προσφέρεται εξαιρετική θέα προς την έξοδο του Μεγάλου Καναλιού, με χαρακτηριστικό ορόσημο την τεράστια μπαρόκ εκκλησία του 1630 της Σάντα Μαρίας Σαλούτε του Μπ. Λονγκένα, ευχαριστήριο ανάθημα για τη σωτηρία από την επιδημία πανώλης. Δίπλα στη Σαλούτε, τελευταίο κτίριο από τη δεξιά πλευρά του Καναλιού η Ντογκάνα, δηλαδή το τελωνείο, με τον εντυπωσιακό ανεμοδείκτη στην κορυφή του τριγωνικού κτιρίου. Το δημόσιο αυτό κτίριο βρίσκεται στην καταλληλότερη θέση για τον έλεγχο της εισόδου και εξόδου από το Μεγάλο Κανάλι. Το υδάτινο συγκοινωνιακό δίκτυο ολοκληρώνεται με ένα πλήθος μικρότερων καναλιών , τα ρίι που οδηγούν σε κάθε σημείο της πόλης.

Αριστερά από την έξοδο του Μεγάλου Καναλιού είναι χωροθετημένο το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, η πλατεία του Αγίου Μάρκου. Η πλατεία και τα κτίρια που βρίσκονται σ΄ αυτήν συγκροτούν ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό  σύνολο που διαμορφώθηκε σε διαδοχικές οικοδομικές φάσεις (προγράμματα) οι οποίες  ταυτίζονται με τα βασικά καλλιτεχνικά ρεύματα από τον 11ο μέχρι τον 17ο αι. Προθάλαμος της πλατείας του Αγίου Μάρκου είναι η μικρή πλατεία, η πιατσέτα,  που ξεκινάει από την αποβάθρα και απλώνεται μεταξύ του Παλατιού των Δόγηδων και της Μαρκιανής βιβλιοθήκης. Στην αρχή της πιατσέτας δεσπόζουν οι δύο κίονες με τα σύμβολα του Αγίου Μάρκου δηλώνοντας την  είσοδο στην πόλη, ένα μοτίβο που το είδαμε να επαναλαμβάνεται σε κάθε πόλη του Βένετο. Το παλαιότερο κτίριο στην πλατεία είναι ο ναός  του Αγίου Μάρκου, χτισμένος κατά τον 11ο και 12ο αι.,  που έχει ως πρότυπο την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με πέντε τρούλους και εντάσσεται στο ρομανοβυζαντινό ρυθμό.  Στο εσωτερικό  του  έχει πολυτελή ψηφιδωτό διάκοσμο βυζαντινής τεχνοτροπίας που εκτελέστηκε από καλλιτέχνες της Κωνσταντινούπολης.

Το πολιτικό κέντρο της Γαληνοτάτης, το Παλλάτσο Ντουκάλε,  βρίσκεται δίπλα στο ναό με μέτωπο στην προκυμαία και στην πιατσέτα. Ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις τον 14ο και τον 15ο αι. και είναι δείγμα γοτθικού ρυθμού χωρίς όμως τα βαριά αμυντικά χαρακτηριστικά που συναντάμε στην Ιταλία.  Τον όγκο του κτιρίου ελαφραίνουν  δύο επάλληλες κιονοστοιχίες στο κάτω μέρος του,  καθώς και η λευκή  πέτρα της Ιστρίας από την οποία είναι χτισμένο. Στη μεγάλη εσωτερική  τετράπλευρη αυλή του κτιρίου κεντρικό σημείο είναι η μνημειακή κλίμακα των γιγάντων με τα αγάλματα του Ερμή  και του Ποσειδώνα , όπου γινόταν η αναγόρευση των δόγηδων. Στο εσωτερικό του κτιρίου ανεβήκαμε από την σκάλα ντ΄ όρο (του Σανσοβίνο). Η σημαντικότερη και μεγαλύτερη αίθουσα είναι  αυτή του Μεγάλου Συμβουλίου,  όπου συνεδρίαζε το σπουδαιότερο όργανο της Δημοκρατίας,  τα μέλη του οποίου έφταναν τις δύο χιλιάδες. Η αίθουσα είναι διακοσμημένη με αλληγορικές συνθέσεις του Τιντορέττο (Παράδεισος ) και του Βερονέζε (Θρίαμβος της Βενετίας) και με μεγάλες νίκες της Βενετίας (1204 Κωνσταντινούπολη και 1571 Ναύπακτος).

Η φάση της Πρώιμης Αναγέννησης,  γύρω στο 1500, εκπροσωπείται στην πλατεία του Αγίου Μάρκου από το έργο του Μάουρο Κοντούτσι που έχει έντονες τοσκανικές επιδράσεις (Αλμπέρτι). Έργα του είναι τα Παλιά Κυβερνεία (Προκουράτιε βέκιε)  και ο πύργος του Ρολογιού. Η επόμενη φάση της Ώριμης Αναγέννησης εκπροσωπείται από τον  αρχιτέκτονα  Γιάκοπο Σανσοβίνο που ανέλαβε ένα μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα στην πλατεία στα μέσα του 16ου αι. και μετέφερε στη Βενετία τον Κλασικισμό της Ρώμης. Τα κτίρια του Σανσοβίνο είναι: 1. τα Νέα Κυβερνεία στα οποία χρησιμοποίησε τους τρεις αρχαίους ελληνικούς ρυθμούς, 2. στην πιατσέτα  η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη που  δημιουργήθηκε από τη δωρεά της προσωπικής βιβλιοθήκης του μεγάλου Έλληνα λόγιου και καρδινάλιου Βησσαρίωνα, 3. η μικρή στοά στη βάση του κωδωνοστασίου , η λοτζέτα, και 4.  η τσέκα δηλαδή το νομισματοκοπείο. 

Η οικοδόμηση στο χώρο της πλατείας είχε ολοκληρωθεί, όταν ο Αντρέα Παλλάντιο το 1570 διαδέχθηκε τον Σανσοβίνο στη θέση του επίσημου αρχιτέκτονα της πόλης. Όμως ο Παλλάντιο έχτισε τα κλασικιστικά του έργα στην οπτική προέκταση της πλατείας στη λιμνοθάλασσα,  τον Σαν Τζιόρτζιο Ματζόρε  στο ομώνυμο νησί και τον Λυτρωτή στη Τζιουντέκα σημαδεύοντας το αστικό τοπίο και αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα.

Από την πλατεία του Αγίου Μάρκου βαδίζοντας προς τα βόρεια μέσα από τις εμπορικές οδούς, τις μερτσερίες, φτάσαμε στο οικονομικό και εμπορικό κέντρο της πόλης το Ριάλτο και μετά  τη γέφυρα κατευθυνθήκαμε περνώντας  από το κάμπο του Σαν Πόλο και από το σπίτι του μεγαλύτερου θεατρικού συγγραφέα της Βενετίας, του Κάρλο Γκολντόνι, στο μεγάλο θρησκευτικό κέντρο των Φραγκισκανών μοναχών τη Σάντα Μαρία Γκλοριόζα των Φράρι. Εντυπωσιακός γοτθικός ναός του 14 ου αι.  στο εσωτερικό του οποίου έχουν ταφεί σπουδαίοι άνδρες της Βενετίας μεταξύ των οποίων και ο Τιτσιάνο. Στο ιερό του ναού,  πάνω από την Αγία τράπεζα, βρίσκεται η σύνθεση του Τιτσιάνο Η μετάσταση της Θεοτόκου. Μπροστά από τον πίνακα διαβάσαμε ένα ποίημα , λογοτεχνικό παράλληλο του πίνακα για το ίδιο θέμα , από τη συλλογή «Άνθη Ευλαβείας» των ελλήνων μαθητών του Φλαγγινειανού Φροντιστηρίου της Βενετίας.

Εκτός από τα μεγάλα κέντρα της πόλης υπάρχει και ένας μεγάλος αριθμός μικρότερων πλατειών , τα κάμπι, που είναι πλακοστρωμένα και τα φροντισμένα  πηγάδια τους  δείχνουν την μέριμνα της πόλης  για το νερό. 

Τελευταίος σταθμός της πρώτης μέρας στη Βενετία ήταν το στρατιωτικό-ναυτικό  κέντρο στην ανατολική άκρη της πόλης, ο ναύσταθμος (Αρσενάλε). Από την προκυμαία ένα μικρότερο κανάλι    οδηγεί στη θαλάσσια πύλη του ναυστάθμου που προστατεύεται από το 1570 από δύο πύργους. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται η χερσαία πύλη  διαμορφωμένη κλασικιστικά (ρωμαϊκό τόξο ) από τα μέσα του  15ου αι. Εδώ βρισκόταν η δύναμη της Γαληνοτάτης, αφού κατά τη διάρκεια της ακμής της μπορούσαν να ναυπηγούν μία γαλέρα την ημέρα, πρωτοφανής ρυθμός για την προβιομηχανική εποχή.

Μπροστά από την πύλη της ξηράς είναι στημένο το μεγάλο μαρμάρινο λιοντάρι του Πειραιά , έργο της Αρχαιότητας που στα χρόνια του Μεσαίωνα έδωσε το όνομα Πόρτο Λεόνε στην πόλη μας.. Το λιοντάρι μεταφέρθηκε στη Βενετία από το μεγαλύτερο στρατηλάτη και δόγη, τον Φραντσέσκο Μοροζίνι κατά την εκστρατεία του στην Πελοπόννησο και την Αττική το 1687. Εκμεταλλευόμενοι το λιγοστό φως της μέρας που τέλειωνε διαβάσαμε από τον Κρητικό πόλεμο του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή το απόσπασμα «Το παίνεμα της Βενετιάς».

Η δεύτερη επίσκεψή μας στη Βενετία είχε ως αντικείμενα τη λιμνοθάλασσα, τη ζωγραφική της βενετσιάνικης σχολής και την παρουσία του Ελληνισμού στη Βενετία.

Διασχίσαμε τη λιμνοθάλασσα κάνοντας με το βαπορέτο μια μεγάλη διαδρομή από τη Βενετία μέχρι το βυζαντινό Τορτσέλλο  γνωρίζοντας όλο το βόρειο και σημαντικότερο τμήμα του υδάτινου οικοσυστήματος. Κινηθήκαμε μέσα από το κανάλι της Τζουντέκα που σχηματίζεται από το ομώνυμο νησί  και  τις νότιες ακτές της Βενετίας . Εντυπωσιακά τοπόσημα πάνω στη Τζουντέκα ένα μεγάλο βιομηχανικό κτίριο του 19ου αι. και ο ναός του Λυτρωτή του Παλλάντιο. Η έξοδος του Καναλιου της Τζουντέκα συναντά την είσοδο του Μεγάλου Καναλιού έχοντας προς βορρά την πλατεία του Αγίου Μάρκου και προς νότο το νησάκι του Σαν Τζόρτζιο Ματζόρε με την ομώνυμη εκκλησία του Παλλάντιο.

Αφήνοντας πίσω τη Βενετία κινηθήκαμε προς βορρά από την ανατολική άκρη της λιμνοθάλασσας παραπλέοντας το νησί Λίντο, κοσμοπολίτικο και παραθεριστικό κέντρο για τον 19 ο και 20ο αι. που φιλοξενεί εγκαταστάσεις για τα φεστιβάλ και τις εκθέσεις που γίνονται στη Βενετία. . Κινούμενοι πάντα προς βορρά περνώντας ανάμεσα στο νησί Σαν Εράσμο και στις ερημικές ανατολικές ακτές της λιμνοθάλασσας φτάσαμε στο Τορτσέλο.

Το νησί αυτό αποτελεί ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα κέντρα εγκατάστασης στη λιμνοθάλασσα, (6ος αι.)  πριν από το νησί της Βενετίας. Μεγάλη σημασία απέκτησε το νησί μετά  την παρακμή της Ραβέννας κατά τον 7ο αι.,  οπότε μεταφέρθηκε εκεί η βυζαντινή κληρονομιά.  Έτσι το  Τορτσέλο ήταν το πρώτο θρησκευτικό κέντρο και η έδρα της αρχιεπισκοπής στη λιμνοθάλασσα. . Από την αποβάθρα του νησιού βαδίζοντας σε  ένα διαμορφωμένο πεζόδρομο παράλληλα με το βασικό κανάλι που οδηγεί στο κέντρο του νησιού, φτάσαμε στο μεγάλο θρησκευτικό συγκρότημα που  δημιουργήθηκε σταδιακά από τον 7ο έως το 12ο αι. Αποτελείται από τρία κτίσματα που συνδέονται  μεταξύ τους αρχιτεκτονικά με μία στοά . Ο αρχαιότερος ναός και έδρα της αρχιεπισκοπής  είναι η τρίλιτη βασιλική της Σάντα Μαρία Ασούντα που έχει μία πρώτη  οικοδομική φάση το  639,  στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηράκλειου,  από την οποία διασώζονται ένα μικρό μέρος από το δάπεδο και η κτητορική επιγραφή. Το υπάρχον κτίσμα ανήκει σε μία  φάση του 9ου αι.  που ολοκληρώνεται τον 11ο.  Ο ψηφιδωτός διάκοσμος  με την Παναγία Βρεφοκρατούσα στην κόγχη του ιερού είναι ένα έξοχο κλασικιστικό ψηφιδωτό με εντυπωσιακές ραδινές αναλογίες. Σε μία ζώνη κάτω από την Παναγία εικονίζονται οι δώδεκα απόστολοι  και στο δυτικό τοίχο της εισόδου υπάρχει ψηφιδωτή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας. (τα ψηφιδωτά είναι του 12ου και 13ου αι. )

Μπροστά από το ναό της Σάντα Μαρίας Ασούντα σώζονται τα θεμέλια ενός περίκεντρου βαπτιστηρίου που θυμίζει ανάλογα κτίσματα της Ραβέννας.

Νότια του καθεδρικού ναού ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με το μεγάλο τρούλο, η Σάντα Φόσκα του 12ου αι. παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.

Εγκαταλείποντας το ήσυχο και ερημικό  Τορτσέλλο πήραμε το δρόμο της επιστροφής προς τα νότια από άλλη κεντρικότερη διαδρομή.  Συναντήσαμε πρώτα το νησί Μπουράνο με τις χαρακτηριστικές πολύχρωμες προσόψεις των κτιρίων και στη συνέχεια το Μουράνο με τις παραδοσιακές  βιοτεχνίες  υαλουργίας.

Η κίνηση στη λιμνοθάλασσα έχει τους δικούς της κανόνες, καθορισμένες διαδρομές με κορμούς για να αποφεύγονται τα αβαθή και έλεγχο της ταχύτητας.

Επιστρέφοντας στη Βενετία επισκεφτήκαμε την Πινακοθήκη της Ακαδημίας που βρίσκεται πάνω στο Μεγάλο Κανάλι λίγο μετά την είσοδο του. Η Πινακοθήκη στεγάζεται στο παλιό μοναστηριακό συγκρότημα του 16ου αι. της Σάντα Μαρία ντελα Καριτά και αποτελείται από τον ναό, τη σκουόλα  (δηλαδή το κτίριο της ομώνυμης φιλανθρωπικής αδελφότητας) και τις στοές των κελιών. Εκεί λειτούργησε από το 1750 Ακαδημία Τεχνών της οποίας η αρχική συλλογή αποτέλεσε τον πυρήνα για τη δημιουργία μιας μεγάλης Πινακοθήκης που καλύπτει την πορεία της βενετσιάνικης ζωγραφικής σχολής  από το 14ο μέχρι το 18ο αι.

Ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει τις βασικές φάσεις και τους κύριους εκπροσώπους της σπουδαίας και ιδιαίτερης αυτής ζωγραφικής.

Κατά το 14ο αι. κυριαρχεί ακόμα η ισχυρή βυζαντινή παράδοση , η λεγόμενη μανιέρα γκρέκα ή βυζαντίνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Πάολο Βενετσάνο.

Το 15ο αι. εισάγονται τα στοιχεία της τοσκανικής Αναγέννησης  με την τεχνική της προοπτικής, του αυστηρού σχεδίου και της γεωμετρικά οργανωμένης σύνθεσης. Με αυτό τον τρόπο γίνεται η μετάβαση στη μανιέρα λατίνα. Εκπρόσωποι αυτής της φάσης ο Τζιοβάνι Μπελίνι με την ΄Ενθρονη Παναγία σε ιερή συνομιλία με αγίους,  ο Τζεντίλε Μπελίνι με τη μνημειακών διαστάσεων  σύνθεσή του « Η λιτανεία στον Άγιο Μάρκο» και ο Βιττόρε Καρπάτσιο με  «Το θαύμα στη γέφυρα του Ριάλτο». Όπως καταλαβαίνουμε εδώ το θέμα δεν είναι ούτε η λιτανεία ούτε το θαύμα, είναι η ίδια η πόλη της Βενετίας την οποία οι κάτοικοί της θαυμάζουν, είναι υπερήφανοι για αυτήν και απαθανατίζουν το πιο σημαντικά  της σημεία.

Στην επόμενη φάση στην αρχή του 16ου αι. δύο νέοι καλλιτέχνες  εισάγουν το στοιχείο που θα διαφοροποιήσει τη βενετσιάνικη ζωγραφική και θα της δώσει το ιδιαίτερο ύφος της. Την καθοριστική θέση του σχεδίου θα την αντικαταστήσει ο κυρίαρχος ρόλος του χρώματος αλλά και του φωτός, οι συνθέσεις θα αποκτήσουν κίνηση και δυναμισμό  και το φυσικό τοπίο παύει να είναι συμβατικό. Έργο τομή «Η καταιγίδα» του Τζιορτζόνε . Ο άλλος μεγάλος ζωγράφος  αυτής της περιόδου,  ο Τιτσιάνο , εκπροσωπείται με «Τα εισόδια της Θεοτόκου».

Συνεχιστές των δύο προηγούμενων στο δεύτερο μισό του 16ου αι. είναι ο εσωστρεφής Τιντορέττο με το έργο «Η μεταφορά του λειψάνου του Αγίου Μάρκου» σε μία ατμόσφαιρα μυστικιστική και με έντονη προοπτική παρουσιάζει το μύθο της αρπαγής  του λειψάνου του ευαγγελιστή από την Αλεξάνδρεια και της μεταφοράς  του στη Βενετία για να γίνει ο προστάτης άγιός της και το σύμβολό του το λιοντάρι το έμβλημα της Γαληνοτάτης. Ο Βερονέζε εκπροσωπεί μια πιο πολυτελή, κοσμική και φωτεινή όψη της ζωής στη Βενετία εντάσσοντας συχνά τα έργα του σε μνημειακό αρχιτεκτονικό χώρο. Ενδεικτικό έργο του ο τεραστίων διαστάσεων πίνακας «Το δείπνο στο σπίτι του Λεβί».

Ο  17ο αι. και ο 18ος αι. , εποχή κυριαρχίας του μπαρόκ , εκπροσωπούνται 1. από τον Τιέπολο με τις χαρακτηριστικές αέρινες ,  γεμάτες κίνηση και πομπώδεις συνθέσεις του, όπως «Η ανεύρεση του αληθινού σταυρού» και 2. από τους βεντουτίστι δηλαδή τους τοπιογράφους με θέμα αποκλειστικό τη Βενετία με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Καναλέτο.

Τελευταίος σταθμός μας στη Βενετία ήταν το κέντρο της ελληνικής παροικίας της πόλης, ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων. Η παρουσία των Ελλήνων στην πόλη μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους έγινε έντονη και το 1479 ζούσαν περίπου 5.000 Έλληνες. Λόγω της διαρκούς  αύξησης  του ελληνικού πληθυσμού ζητήθηκε από την Ελληνική Κοινότητα άδεια ανέγερσης ναού που δόθηκε το 1539 στο πλαίσιο της θρησκευτικής και φυλετικής ανεκτικότητας της Βενετίας. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου σχεδιάστηκε από τον Λομπάρντο και εγκαινιάστηκε το 1573. Δίπλα στο ναό ανεγέρθη και λειτούργησε από το 1662 μέχρι το 1797 το Φλαγγινειανό Φροντιστήριο, σπουδαίο σχολείο της παροικίας . Σήμερα εκεί στεγάζεται το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών και έκθεση μεταβυζαντινών εικόνων. Στην πόλη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας λειτούργησαν ελληνικά τυπογραφεία, νοσοκομείο και πτωχοκομείο της Κοινότητας. Ισχυρό πλήγμα δέχτηκε η Κοινότητα από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι.

Η επίσκεψή μας συνέπεσε με τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου  από τα μέλη της Κοινότητας στο ναό του Αγίου Γεωργίου. 

Το ταξίδι μας  ολοκληρώθηκε στη Βενετία και η επιστροφή μας στην Ελλάδα έγινε πάλι από το λιμάνι της Αγκώνας. Στο πλοίο επιχειρήσαμε ένα πρώτο  σχολιασμό και καταγραφή των εντυπώσεων και παρατηρήσεων  από τις πόλεις που επισκεφτήκαμε.

 

Με το πρόγραμμά μας αυτό είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ένα μεγάλο πολιτισμό και να συνομιλήσουμε με αθάνατους δημιουργούς. Να γνωρίσουμε πόλεις- αρχέτυπα, όπως η Βενετία ή η Φεράρρα,  που αποτελούν παραδείγματα, μέτρο σύγκρισης και διδάσκουν πολιτισμό.

Τις πόλεις αυτές επιχειρήσαμε να τις κατανοήσουμε αλλά και να τις απολαύσουμε αισθητικά. Όμως προχωρώντας περισσότερο από το γνωστικό μέρος διαπιστώσαμε βιωματικά πώς οργανώνεται ο αστικός χώρος και αποκτήσαμε δεξιότητες για την ανάγνωση μιας πόλης μέσα από χάρτες , τοπογραφικά και κατόψεις. Μάθαμε να κινούμαστε μέσα σε αυτές, να αναγνωρίζουμε τα τοπόσημά τους που σημαδεύουν το αστικό τοπίο και ορίζουν τον αστικό προσανατολισμό.

Τέλος στρέψαμε το ενδιαφέρον μας και αυξήσαμε την ευαισθησία μας για το δημόσιο χώρο στον οποίο εγγράφεται η ιστορία και είναι  προορισμένος για την ανθρώπινη επαφή και το διάλογο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                                                                                                                ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ